φρέσκο

φρέσκο
Τοιχογραφία φιλοτεχνημένη με χρώματα διαλυτά στο νερό. Bλ. λ. νωπογραφία.
* * *
(I)
το, Ν
1. δροσερός καιρός
2. ειρων. φυλακή («τούς κλείσανε στο φρέσκο»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού ουδ. τού επιθ. φρέσκος*].
————————
(II)
το, Ν
άκλ. (καλ. τεχν.) η νωπογραφία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. διεθνούς όρου, πρβλ. ιταλ. fresco].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • φρέσκο — το (λ. ιταλ.) 1. τρόπος ζωγραφικής σε νωπό σουβά με χρώματα διαλυμένα σε νερό, η νωπογραφία. 2. η ζωγραφιά που έγινε με αυτό τον τρόπο. 3. δροσερός καιρός, ευχάριστα ψυχρή ατμοσφαιρική κατάσταση: Έχει φρέσκο απόψε. 4. (ειρωνικά) η φυλακή: Τους… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φρεσκο- — ως α συνθετικό προσθέτει στο περιεχόμενο του β συνθετικού την έννοια του «μόλις», του «πριν από λίγο»: Φρεσκοβαμμένος, φρεσκοξυρισμένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φρέσκος — ια, ο, θηλ. και η, Ν 1. πρόσφατος, νωπός («φρέσκα φρούτα») 2. δροσερός («φρέσκο δέρμα») 3. μτφ. ζωηρός, ακμαίος («φρέσκο μυαλό») 4. το ουδ. ως ουσ. βλ. φρέσκο (Ι) 5. φρ. «φρέσκος αέρας» α) ευχάριστη, δροσερή ατμόσφαιρα β) ειρων. αράδιασμα λόγων… …   Dictionary of Greek

  • φρέσκος, -η — και ια, ο (λ. ιταλ.) 1. πρόσφατος, νωπός, της ώρας: Φρέσκα ψάρια. 2. δροσερός, δροσάτος, ευχάριστα ψυχρός: Φρέσκο δέρμα. – Φρέσκο αεράκι. 3. μτφ., ζωηρός, ακμαίος, ευδιάθετος, κεφάτος: Ήρθε το πρωί φρέσκος φρέσκος. 4. το ουδ. ως ουσ., φρέσκο (βλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νωπογραφία — Τοιχογραφία εκτελεσμένη με χρώματα διαλυτά στο νερό, που τοποθετούνται επάνω στο κονίαμα του τοίχου όσο ακόμα είναι νωπό. Ονομάζεται και φρέσκο. Η τεχνική της είναι διαφορετική από την τεχνική της τέμπερας ή της εγκαυστικής. Η παλέτα της είναι… …   Dictionary of Greek

  • έωλος — ο (ΑΜ ἕωλος, ον) 1. αυτός που απέμεινε από την προηγούμενη μέρα, χθεσινός, παλιός, μπαγιάτικος 2. (για τρόφιμα) μπαγιάτικος, μουχλιασμένος 3. (για αβγά) κλούβιος μσν. (για πράγματα) αυτός που καθυστέρησε αρχ. 1. (για πράξεις) παλιός,… …   Dictionary of Greek

  • βούτυρο — Λιπαρό προϊόν διατροφής, με λευκό ή κιτρινωπό χρώμα, που παρασκευάζεται από την κρέμα του γάλακτος των ζώων. Ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής του, διακρίνεται σε νωπό ή φρέσκο β. και σε λιωμένο β. μαγειρικής. Το νωπό β. αποτελείται από λιπαρές… …   Dictionary of Greek

  • γάλα — Υγρό που εκκρίνεται από τους μαστικούς αδένες των θηλαστικών. Το γ. είναι ένα γαλάκτωμα, δηλαδή νερό με λεπτότατα λιποσφαίρια που περιέχει, εκτός από το λίπος, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ένζυμα, άλατα και βιταμίνες. Όλα τα συστατικά αυτά φέρονται… …   Dictionary of Greek

  • εύχιλος — εὔχιλος, ον (Α) 1. αυτός που έχει πλούσια χλόη, άφθονο χορτάρι 2. (για ζώα και κυρίως άλογα) αυτός που τρέφεται καλά με χόρτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + χιλός «φρέσκο χόρτο»] …   Dictionary of Greek

  • νεότυρος — νεότυρος, ὁ (Α) νωπό, φρέσκο τυρί. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * τυρός «τυρί» (πρβλ. αρτό τυρος, πολύ τυρος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”